menu

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
ΟΛΗ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για τους μικρούς μας φίλους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για τους μικρούς μας φίλους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Ο ΑΕΤΟΣ (Ένα υπέροχο κείμενο της Κατερίνας Καϊσλή )

Καλοκαίρι. Όλα γύρω σου φωνάζουν Καλοκαί-ρι. Έτσι και εγώ με την οικογένεια μου ξεκινήσαμε τα μπάνια στην θάλασσα. Μετά από πολλές βουτιές, μακροβούτια και πατητές κάθισα σε ένα βράχο να στεγνώσω και το μάτι μου απολάμβανε το τοπίο. Αχ πόσο την αγαπώ αυτή την παραλία. Τα κύματα της, πότε μεγάλα και πότε μικρά, σαν χάδι φτάνουν στην ακτή. Δεξιά και αριστερά ορθώνονται θεόρατα βράχια και πάνω τους αγριόχορτα και θάμνοι αγωνίζονται να μεγαλώσουν και να ριζώσουν πάνω τους. Ο ουρανός τυλίγει αυτή την ομορφιά με το απέραντο γαλάζιο του και οι γλάροι σαν μπομπονιέρες τον στολίζουν.

Πόσα πολλά απογεύματα έχω καθίσει σε αυτή την παραλία!  Ένα όμως θα μου μείνει αξέχαστο. Καθώς τρέχαμε στην άμμο με τα αδέλφια μου είδα κάτι περίεργο στον ουρανό. Προσέχοντας καλύτερα διαπίστωσα πως αυτό που έβλεπα ήταν αετός. Ένας αετός που λόγω του ανέμου δυσκολευόταν να συνεχίσει τον δρόμο του. Έμενε σχεδόν ακίνητος προσπαθώντας να πάει κόντρα στον δυνατό αέρα. Θαύμασα αυτόν του αετό που παρόλο την δυσκολία δεν το έβαζε κάτω, δεν έκανε πίσω, μα πάλευε να μείνει σταθερός και έπειτα να φύγει, να χαθεί στο απέραντο γαλάζιο. 

Η αλήθεια είναι πως δεν έμαθα τι απέγινε μα η εικόνα αυτή δεν μπορεί να φύγει απ’ το μυαλό μου. Ένας στόχος άρχισε να εμφανίζεται σιγά σιγά στην ζωή μου: Να μοιάσω σε αυτόν τον αετό. Να μην το βάζω κάτω στην πρώτη δυσκολία. Να προσπαθώ να ανοίγω τα φτερά μου και να πηγαίνω κόντρα σε ότι με βαραίνει. Κόντρα στην αμαρτία, κόντρα στα λάθη μου, κόντρα στις αποτυχίες μου. Να μην τα αφήσω να με παρασύρουν τόσο εύκολα ή ακόμα και αν γίνει αυτό να βρω την δύναμη να ξανασηκωθώ και να προσπαθήσω να απαλλαχτώ από αυτά. 
Να πετάξω ελεύθερη!

...............................................

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

«ΚΑΙΝΑ ΠΟΙΩ ΠΑΝΤΑ» (για τους μικρούς μας φίλους)













«ΚΑΙΝΑ ΠΟΙΩ ΠΑΝΤΑ»
Πετάχτηκε από το κρεβάτι και κάθισε στην άκρη του τρίβοντας τους καρπούς του.
Ακόμη είναι σκοτάδι έξω. Η καρδιά του χτυπάει δυνατά. Μήπως βλέπει κάποιο όνειρο;
Μήπως όσα έγιναν ήταν στον ύπνο του;
Κλείνει τα μάτια του σφιχτά. Δεν ακούγεται τίποτα άλλο παρά μόνο η ανάσα των
συγκρατούμενών του που κοιμούνται βαθιά.
Πέρασαν κιόλας τρεις μήνες. Τρεις μήνες σιωπής, μοναξιάς, φόβου.
Μα αυτός ονειρευόταν…. Ήθελε να τελειώσει το σχολείο… Να σπουδάσει…. Να
μάθει κιθάρα… Να ταξιδέψει… Να τον καμαρώνουν οι γονείς του…
Μα αυτός ήθελε να γίνει καλός άνθρωπος… Του άρεσε να τραγουδάει… Να
ζωγραφίζει…. Να χαμογελάει… Ένιωθε τη ζωή δική του…. Ήθελε να ανοίξει τα φτερά
του και να πετάξει…
Και ήταν μόνο δεκαέξι χρονών. Κι έχτιζε τα όνειρά του, χρωματιστά όνειρα, όνειρα
που έφταναν κι αγκάλιαζαν τον ουρανό και τ΄ αστέρια, όνειρα γεμάτα από ήλιο και
θαλασσινό αεράκι. Γεμάτα αγάπη και χαρά.
Έτριψε ακόμη πιο δυνατά τους καρπούς του.
Ήταν στο σπίτι όταν σταμάτησε το περιπολικό απ’ έξω και τρεις αστυνομικοί τον
ζήτησαν.
Όταν του περνούσαν τις χειροπέδες δεν μίλησε. Γιατί ήξερε…
«Ο γιος μου είναι καλό παιδί!» άκουσε τον πατέρα του να λέει.
Με την άκρη του ματιού του είδε τη μάνα του πληγωμένη και λαβωμένη να
προσπαθεί να τον φτάσει…
Δεν την ξαναείδε από τότε… Τον πήγαν μακριά. Σ’ ένα σωφρονιστικό κατάστημα σε
μακρινή πόλη.
Χάθηκε ένας ολόκληρος κόσμος από μπροστά του. Το πρώτο βράδυ στη φυλακή
πίστευε ότι όλα αυτά γινόταν σ’ έναν άλλο.
Ήξερε ότι οι παρέες που είχε κάνει τελευταία δεν θα τον οδηγούσαν σε καλό. Το
αισθανόταν.
Κάτι άσχημες λέξεις, συμπεριφορές, προσβολές μέχρι απειλές . Κι αυτός δεν έφευγε
δεν ξεκολλούσε απ’ αυτούς.
Στην αρχή μια μικρή κλοπή, αργότερα μια μεγαλύτερη και τέλος οι χειροπέδες.
Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει το ρολόι πίσω… Και τι δεν θα έδινε. Να ακούσει μια
φορά τους γονείς του. Μία φορά.
Τους έβλεπε που ανησυχούσαν με την αλλαγμένη και παράξενη συμπεριφορά του.
Του μιλούσαν αλλά δεν τους άκουγε ούτε τους έβλεπε.
Μακάρι να τους άκουγε έστω για μία φορά.
Τώρα όμως μια τελεία έχει μπει στη ζωή του. Μια τεράστια μαύρη τελεία που δεν
αφήνει μια χαραμάδα φως για να μπει και να την γλυκάνει και να την ταρακουνήσει.
Ο Θωμάς τα βράδια δεν κοιμάται. Προσπαθεί να καταλάβει τον εαυτό του. Δεν μιλάει
με κανέναν. Δεν θέλει να μιλήσει.
Ντρέπεται και λυπάται για όλα αυτά που έκανε. Για τους γονείς του που
στενοχώρησε…
Θέλει να συνεχίσει τα όνειρά του από εκεί που τα άφησε.
«Είναι καλό παιδί ο Θωμάς», άκουσε τον μπαμπά του να λέει.
«Μαμά, μπαμπά σας αγαπώ!» Κραυγάζει μια φωνούλα μέσα του.
Με τον μόνο που μιλάει είναι τον ιερέα που επισκέπτεται τις
φυλακές. Μόνον αυτόν δέχτηκε να δει να του τα πει όλα! Να ανοίξει
την καρδιά του και να αφήσει το βαρύ φορτίο που έχει στα πόδια του
Κυρίου.
Γιατί έτσι του είπε. «Άφησέ τα όλα πάνω του! Αυτός θα σε
γιατρέψει και θα σε οδηγήσει εκεί που θέλεις. «
Κι ο Θωμάς τα εξομολογήθηκε όλα! Κι ένιωσε γερός και δυνατός!
Ο Θωμάς πήρε στα χέρια του την εικονίτσα του Χριστού που του
έδωσε ο ιερέας.
Πάνω της έλεγε με μεγάλα γράμματα: «Καινά ποιώ πάντα».
-Τι σημαίνει αυτό πάτερ; Τον ρώτησε.
-Ο Χριστός, Θωμά, μας υποσχέθηκε ότι αν τον αφήσεις και μπει
στη ζωή σου θα τα κάνει όλα καινούρια.
-Και γίνεται αυτό;
-Τα πάντα είναι δυνατά για τον Θεό και Πατέρα μας! Αν τον
αγαπήσεις και τον πιστέψεις θα ζήσεις μια νέα ζωή καινούρια μακριά
από οτιδήποτε παλιό. Μια ζωή φωτεινή, λαμπρή και καθαρή μακριά από την αμαρτία,
την απάτη, την κλοπή, το σκοτάδι και κάθε κακό.
-Και τι χρειάζεται για να το καταφέρω;
-Μετάνοια, παιδί μου. Το έλεος του Κυρίου είναι άπειρο και η αγκαλιά του είναι
ανοιχτή για κάθε παραστρατημένη και μετανιωμένη ψυχή.
Τρεις λέξεις που δεν φεύγουν από το μυαλό του, του δίνουν ελπίδα που άνοιξαν
σιγά τις χαραμάδες για να μπει το φως και να αρχίσει τα όνειρά του.
Καινά Ποιώ Πάντα… Τρεις λέξεις που έφεραν τον ουρανό στη γη που είναι αυτός
για να λουστεί από το Θείο Φως.
Ναι Κύριε! Εδώ είμαι για σένα! Ψιθύρισε ο Θωμάς

Σταυρούλας Δημητριάδη, δασκάλας

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Όταν βρέχει και χιονίζει... (Για τους μικρούς μας φίλους)


Στην αυλή του σπιτιού μας υπάρχει ένα μεγάλο δέντρο με πλούσιο φύλλωμα. Στα κλαδιά του κυκλοφορούν και παίζουν πολλά πουλάκια. Η θέα τους και το κελάηδημά τους ευφραίνουν την ψυχή μας. 

Από ένα κλαδάκι κρέμεται ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι και ένα άλλο ειδικό σκεύος εντός των οποίων βρίσκουν τα  πουλάκια τροφή (σποράκια κ΄ ψίχες ψωμιού) που τοποθετούμε σε καθημερινή βάση.
 
Βέβαια, και  μόνα  τους μπορούν να  βρουν την καθημερινή τους τροφή, αλλά υπάρχουν και κάποιες στιγμές που δεν μπορούν. Το πρόβλημά τους γίνεται ολοφάνερο όταν χιονίζει ή βρέχει καταρρακτωδώς. Τότε, δυσκολεύονται να συλλέξουν την τροφή τους και με προσοχή επιλέγουν ένα προσωρινό καταφύγιο έως ότου περάσει η μπόρα.  

Εκείνες τις στιγμές, κουρνιάζουν κάτω από τα φυλλώματα του δέντρου ή ακόμη και σε κάποια βαθουλώματα του κορμού.

Τα όμορφα αυτά πλάσματα του Θεού, έχουν πολλά να μας διδάξουν, αρκεί να βρούμε χρόνο να τα παρατηρήσουμε. 

ΝΑ, ΤΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΜΑΣ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ: 

  • Είναι πάντοτε χαρούμενα και κελαηδούν δοξάζοντας το Θεό. 
  • Δεν έχουν άγχος και μέριμνες, για τίποτε απολύτως.
  • Δεν συλλέγουν την τροφή τους σε αποθήκες, γιατί έχουν εμπιστοσύνη στον Πλάστη και Δημιουργό τους.
  • Είναι προσεκτικά σε κάθε κίνδυνο και πλησιάζουν την τροφή παρατηρώντας μήπως υπάρχει κάτι επικίνδυνο κ.α.
π. Θ. 

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Τα τελευταία Χριστούγεννα του παπά-Φώτη (Μια υπέροχη ιστοριούλα για όλους)

Ξημερώνει Σάββατο και απομένουν 15 ημέρες για τα Χριστούγεννα. Σε μια κωμόπολη, κοντά στον Βόλο, ετοιμάζονται, όπως κάθε χρόνο, για την εορτή των Χριστουγέννων. Όλοι οι μαθητές έχουν μαζευτεί στο κατηχητικό το σχολείο της ενορίας τους για την πρόβα της γιορτής. Ο παπα-Φώτης διοργανώνει το καλύτερο μπαζάρ για να συγκεντρώσει χρήματα για την ενίσχυση της Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Οι καθηγητές οργάνωσαν μια χορωδία για τα κάλαντα. Οι κόρες του ιερέα, η Ευλογία και η Ευσεβία, έφτιαξαν τα νοστιμότερα γλυκά που υπήρχαν στην πόλη και τα διακόσμησαν με μεράκι και αγάπη. Κι όμως, κανείς  δεν έδειξε ενδιαφέρον για το μπαζάρ και κανένας δεν τους τίμησε.

Οι μέρες πέρασαν και ήρθε του Αγίου Ελευθερίου, του Αγίου Διονυσίου και η παραμονή των Χριστουγέννων. Ο παπά-Φώτης στεναχωρημένος και λυπημένος όπως ήταν δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του την σκέψη ότι δεν κατάφερε να προσφέρει κάτι παραπάνω στην Εκκλησία του. Τα παιδιά βγήκαν για τραγούδι και το ποσό των χρημάτων που συγκέντρωσαν, το προσέφεραν ως δώρο στον αγαπημένο τους παππούλη. Πόρτα με πόρτα τα λεφτά μαζεύτηκαν. Τα χαρτονομίσματα ξεχείλισαν από τις σάκες τους. Μεγάλη ευλογία! Τα παιδιά  σκεφτόντουσαν  την αποτυχία του μπαζάρ, αλλά και το θλιμμένο  βλέμμα του παπά-Φώτη, ο οποίος μιλιά δεν έβγαζε. Κι όμως, μιλούσαν τα δάκρυα που κυλούσαν από τα γεροντικά του μάτια. Μπροστά σ’ αυτή την εικόνα  ράγισαν οι καρδούλες των παιδιών, αλλά και των μεγάλων.

Στην αρχή ο παππούλης δεν δέχτηκε τα χρήματα των παιδιών, αλλά στο τέλος, και μετά από πολύ πίεση τα δέχτηκε λέγοντας: «Αυτή την πράξη σας, παιδιά μου, θα την  ανταμείψει ο Θεός. Να θυμάστε πως σας αγαπώ πολύ». Αυτά είπε συγκινημένος, ο καλός τους εφημέριος, κι εκείνη τη στιγμή  ήχησε δυνατά η καμπάνα του Ναού καλώντας τους πιστούς στον Εσπερινό. Η ακολουθία τελέστηκε με κατάνυξη. Απέμειναν  12 ώρες για την τέλεση της Χριστουγεννιάτικης Θείας Λειτουργίας.

Κάπου στα μεσάνυχτα ξύπνησε ο μικρός Αρσένης, που είχε κι αυτός κάνει μια καλή πράξη, γιατί ήρθε στο όνειρό του, ο Χριστός, ο οποίος τον ευλόγησε και πάνω από όλα του έδωσε δύναμη. Ο ταπεινός Αρσένης έσκυψε το κεφαλάκι του και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του.  Ενώ είχε τελειώσει το όνειρό του,  εκείνος συνέχιζε να  κλαίει από χαρά γιατί ένοιωθε ζωντανή την παρουσία του Χριστού ως φως ουράνιο που στην αρχή ήταν δυνατό και στο τέλος άρχισε σιγά σιγά να σβήνει. Εκείνη τη στιγμή άκουσε τη φωνή της μητέρα να του λέει: «Σήκω, παιδί μου για να ντυθείς. Θα πάμε στην Εκκλησία. Η καμπάνα ήδη χτύπησε. Είναι πέντε η ώρα». 

Όταν έφτασαν στο Ναό ο παπά-Φώτης έψελνε το: «Η γέννησή Σου Χριστέ ο Θεός ημών... Κύριε δόξα σοι». Ο Χρήστος και ο Παναγιώτης, οι αναγνώστες που υπηρετούν στο άγιο βήμα τον ιερέα, ευχήθηκαν σ’ όλους χρόνια πολλά και καλά Χριστούγεννα και πέρασαν μια όμορφη μέρα. Τα παιδιά ευχήθηκαν χρόνια πολλά και στον κυρ. Χρήστο, που γιόρταζε την ονομαστική του εορτή: «Κύριε Χρήστο,  να χαίρεσαι το όνομα σου. Να είσαι πάντα καλά».

Από πολύ νωρίς άρχισαν να πέφτουν στο δρόμο νιφάδες χιονιού. Τα ξημερώματα το χιόνι είχε φθάσει τα δύο μέτρα. Η χαρά των παιδιών ήταν μεγάλη. Βέβαια, οι γονείς δεν ήταν και τόσο χαρούμενοι γιατί σκεπτότανε τον κόπο του ξεχιονίσματος της αυλής και του δρόμου. Όλα γύρω  ήταν κατάλευκα από το χιόνι και το κρύο ήταν τσουχτερό. Ο παπα- Φώτης χαρούμενος και ενθουσιασμένος άνοιξε τα μεγάλα και δυνατά καλοριφέρ του Ναού για να παραμείνει ζεστός ο Ναός.

 

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, η Αγάπη, η θυγατέρα του Αναστάση, του μπακάλη, βγήκε από το σπίτι της  για να τραγουδήσει τα κάλαντα, αλλά κάποιοι δεν άνοιγαν την πόρτα του σπιτιού τους. Ήταν πολύ στεναχωρημένη και λυπημένη. Οι σκέψεις την είχαν καταβάλει και αποκοιμήθηκε νωρίς. Όταν ξύπνησε συνειδητοποίησε ότι το τσαντάκι της είχε γέμισε από λεφτά! Παράξενο! Είχε διδαχτεί από τους γονείς της να κάνει ελεημοσύνες. Να προσφέρει στους φτωχούς, να μοιράζετε αυτά που έχει.  'Έφτιαξε, λοιπόν,  βαζάκια με τις καραμέλες που αγόρασε και όταν οι θειοι της πήγαν να εξομολογηθούν τα προσέφερε η ίδια στον πνευματικό της πατέρα για να τα δώσει εκείνος στα φτωχά παιδάκια και στους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Ασφαλώς, έδωσε χρήματα και στον παπά-Φώτη, οποίος τα δέχτηκε ως ελεημοσύνη και της υποσχέθηκε  πως θα πράξει εκείνο πρέπει.

Ο μέρες περνούσαν. Πέρασε η ημέρα του Μ. Βασιλείου και του αγίου  Σεραφείμ του Σάρωφ και ήρθε η παραμονή των Θεοφανίων και του Αι-Γιάννη. Ο καλοκάγαθος εφημέριος, τελειώνοντας τη Θεία Λειτουργία, αμπάρωσε την πόρτα του ναού και ξαφνικά ένιωσε κάποια αδιαθεσία και πέφτει καταγής! Από εκείνη τη στιγμή δεν συνήλθε ποτέ πιά. Πέθανε μπροστά στην είσοδο την Εκκλησίας. 

Η νεωκόρος  του Ναού, όταν πήγε το απόγευμα στο ναό για να τον προετοιμάσει για την ακολουθία, ν’ ανάψει τα καντήλια και να σφουγγαρίσει, τρόμαξε  μόλις ανέβηκε  το πρώτο σκαλοπάτι τη εισόδου.  Είδε πεσμένο στο πάτωμα τον παπά-Φώτη. Έτρεξε όσο γρήγορα μπορούσε και ακούμπησε το αυτί της πάνω στην καρδιά του   αναίσθητου ιερέα. Τότε συνειδητοποίησε πως δεν ανέπνεε. Κάλεσε αμέσως ένα ασθενοφόρο και οι γιατροί διαπίστωσαν τον θάνατό του. Κτύπησε πένθιμα η καμπάνα του ναού και όλοι οι κάτοικοι του χωριού πληροφορήθηκαν το θλιβερό γεγονός. Απ’ όλα τα πρόσωπα τα δάκρυα έτρεχαν σαν ποτάμι. Την άλλη μέρα έγινε η κηδεία του παππούλη. Όλοι οι κάτοικοι πήγαν στο ναό, ασπαστήκαν για τελευταία φορά το χέρι του παππά τους  και τον συνόδευσαν στο κοιμητήριο.

Μετά ο θάνατο του ιερέα ήρθε στη θέση του ο παπά Ιωάννης, αλλά δεν ήταν το ίδιο με τον μακαρίτη τον παπά Φώτη που ήταν καλοκάγαθος και τους  συμβούλευε με αγάπη. Κι έτσι  κυλούσε γρήγορα ο χρόνος στο χωριό. Οι κάτοικοι είχαν αφήσει πίσω τους μια μεγάλη υπόσχεση και ήρθε ο καιρός να το τηρήσουν. Πέρασαν τρία χρόνια και ήρθε η μεγάλη ώρα να τελέσουν το μνημόσυνο του παλιού ιερέα τους. Τότε ξύπνησαν όλες οι αναμνήσεις.

Δυστυχώς, εκείνη την περίοδο κηρύχτηκε πόλεμος  ανάμεσα σε Τουρκιά και Ελλάδα. Κι ένα πρωινό, γύρω στις 6, ο κ. Πέτρος έβγαλε από την τσέπη του τα κλειδιά του ναού και άνοιξε τη βαριά πόρτα.  Τότε βρέθηκε μπροστά σ’ ένα θαυμαστό γεγονός: Είδε μπροστά του ολοζώντανο  τον παπα-Φώτη να στέκετε όρθιος και να κρατάει στο χέρι το κομποσκοίνι να τους σταυρώνει χωρίς να μιλάει. Όλοι οι πιστοί που είδαν αυτή την εικόνα ξαφνιάστηκαν. Γονάτισαν μπροστά του και σιγά σιγά ο καλός τους ιερέας  απομακρύνονταν λέγοντάς τους: «σας αγαπάω». Όλοι συγκινήθηκαν με το γεγονός αυτό  και θυμήθηκαν εκείνα τα Χριστούγεννα που τον είχανε κοντά τους.

Και αν ποτέ νομίσουμε ότι κάτι δεν πήγε καλά στη ζωή μας ας θυμηθούμε εκείνη την μικρή ενορία που με τις μικρές προσφορές των ανθρώπων της έφεραν πολλές ευλογίες και  χαμόγελα στους φτωχούς. Ένα σεβαστός και καλός ιερέας, ο παπα-Φώτης, κατάφερε να διδάξει πολλά στους χωριανούς και πως αν έφυγε από την ζωή αυτή ποτέ δεν τους ξέχασε.  Είναι πάντα δίπλα τους και τους σκεπάζει με τις ευχές του.

Και κάπως έτσι ο καλός Θεός βρίσκει τόπο και τρόπο να ξαναγεννηθεί  αρκεί να υπάρχει αγάπη μεταξύ των ανθρώπων που ζουν πάντα Χριστούγεννα μέσα στην καρδιά τους.

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ.

Απόστολος Σ. Ευαγγελόπουλος

(μαθητής της Α΄ Γυμνασίου, του Β΄ Γυμνασίου Αλμυρού)


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Το Θείο Βρέφος (Για τους μικρούς μας φίλους)











ΤΟ ΘΕΙΟ ΒΡΕΦΟΣ'

Το χιόνι που έπεφτε πυκνό αγκάλιασε πρώτα τους λόφους, τους χάιδεψε με το
λευκό γάντι του, κατέβηκε λίγο πιο κάτω και συνέχισε να σκορπίζει τις νιφάδες του
καλύπτοντας τις στέγες των σπιτιών.
Οι άνθρωποι τυλίχτηκαν στα ζεστά τους ρούχα και η λευκή παγωνιά άπλωσε τα
δίχτυα της σ’ όλη την πλάση.
Η καλή μανούλα ξύπνησε το μικρό της αρνάκι πριν ακόμη ξημερώσει. Αυτό
ανοιγόκλεισε τα ματάκια του και παραπονέθηκε βελάζοντας. Είναι πολύ πρωί
ακόμη...νύχτα...
Ήταν ξύπνια όταν είδε τους αγγέλους να γεμίζουν τον ξάστερο ουρανό και να
ψάλλουν χαρούμενα “Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις
ευδοκία”. Νύχτα μεγάλη θαυμαστή γιορτάζουν όλα πάνω στη γη!
Και οι βοσκοί που ξαγρυπνούν, φυλάνε το κοπάδι τους μέσα στη νυχτιά και
ζεσταίνουν τα παγωμένα χέρια τους πάνω στη φωτιά. Ακούν αγγελικές φωνές και
ψαλμωδίες.
Πρώτοι μαθαίνουν σήμερα πως ο Χριστός γεννήθηκε στη φτωχική τη φάτνη, απλά
και ταπεινά γεννήθηκε του Θεού ο Υιός. Οι άγγελοι τους δείχνουν τον δρόμο και
τρέχουν με χαρά να Τον προσκυνήσουν.
Αυτόν που περίμεναν πάντα να έρθει και να φέρει στη γη την αγάπη και την
ειρήνη.

-Από σήμερα ο Θεός θα είναι για πάντα μαζί μας! Φωνάζει η καρδιά τους...
-Σήκω , καλό μου … Στη διπλανή σπηλιά η καλή μας Παναγιά έφερε στον κόσμο
τον Θείο βρέφος. Το κρύο είναι τσουχτερό δεν έχουν ζέστη ούτε φωτιά. Σήκω να το
ζεστάνουμε με τα ζεστά τα χνώτα μας.
Το αρνάκι σηκώθηκε αμέσως από το αχυρένιο στρώμα του. Το κεφαλάκι του
πάγωσε και το τρίχωμά του σκεπάστηκε από κατάλευκες νιφάδες.
-Λίγο πιο κάτω είναι … κοίτα στον ουρανό πάνω από τη σπηλιά οι άγγελοι
φτερουγίζουν, ψάλλουν και δοξολογούν!
-Μανούλα ο ουρανός πόσα αστέρια έχει! Μα ένα είναι το πιο λαμπρό αυτό που
στέκεται πάνω εκείνη τη σπηλιά!
Κι όταν το Θείο Βρέφος αντίκρυσαν, στα γόνατα κάθισαν και το κεφάλι έσκυψαν
για να το προσκυνήσουν. Δίπλα στα άλλα ζώα στάθηκαν και με τα χνώτα τους το
ζέσταιναν... μες στα λευκά τα σπάργανα τυλιγμένο. Το Άλφα και το Ωμέγα της ζωής!
Η Παναγιά μας δίπλα του με πόση αγάπη το χάιδευε και το κουνούσε.
Κι άκουσαν κι άλλα πιο πολλά... Πώς σήμερα γεννήθηκε ένας μεγάλος βασιλιάς
που περιμέναν όλοι... Χαρά σε όλη τη γη που θα βαδίσει πάνω της ο Ήλιος και το
Φως!

Άκουσαν πως σήμερα ο Θεός έγινε άνθρωπος!
Κι όλο το βράδυ λεπτό δεν φύγανε από το πλάι Του. Εκεί κοντά ακούραστα να τον
ζεσταίνουν. Αυτόν που θα ζέσταινε σε λίγο καιρό τις καρδιές όλων των ανθρώπων.
Τα μάτια τους είδαν θαυμαστά πράγματα. Τα αυτιά τους άκουσαν αγγελικούς
ύμνους! Η καρδιά τους χτύπησε για το Θείο Βρέφος που γεννήθηκε σ’ αυτή την
ταπεινή φάτνη και που θα γινόταν όλου του κόσμου βασιλιάς.
Κι όταν ο ύπνος ήρθε και το αγκάλιασε είδε το Θείο Βρέφος να απλώνει το χεράκι
του, να το χαϊδεύει και να του λέει:
“Να είσαι ευλογημένο! Για να δείξω την αγάπη μου όταν θα μεγαλώσω θα σε
βάζω στις ιστορίες που θα λέω στους ανθρώπους για να μάθουν πόσο μεγάλο είναι
το έλεος του Θεού και η αγάπη Του!
Εγώ θα είμαι πάντα κοντά σου και θα σε προστατεύω...
Κι όταν χαθείς εγώ θα τρέξω να σε βρω... και θα σε κρατήσω με αγάπη πάνω
στους ώμους μου... και πάντα θα σε ψάχνω και θα σ’ αναζητώ γιατί από σήμερα θα
είμαι οδηγός σου.
Ποτέ μη φοβηθείς θα είμαι στο πλευρό σου...
-Κι εγώ όταν θα ακούω τη φωνή Σου θα τρέχω κοντά Σου γιατί μαζί σου
λαχταρώ από σήμερα να περπατώ! Του απάντησε απαλά..
Τα όμορφα και γλυκά λόγια του Θείου Βρέφους γέμισαν την καρδούλα του που
άνοιξε διάπλατα για να χωρέσει μέσα ο Ποιητής των όλων...

Σταυρούλας Δημητριάδη, δασκάλας

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Η καλή μου γιαγιά είναι σοφή!!! (Μια ευχάριστη ιστοριούλα)


Ο Νικολάκης κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα της γιαγιάς του, κουνήθηκε λίγο 
χάιδεψε το μπράτσο της με τα μικρά χεράκια του και προσπάθησε να ακουμπήσει
με τις πατουσίτσες του το πάτωμα.
Αχ, πόσο του αρέσει να βρίσκεται στο δωμάτιο της γιαγιάς του! Να αγγίζει τα πράγματά
της, τα βιβλία της, το πλεκτό της!
Και κάνει κάτι καλλιτεχνήματα η γιαγιά του! Κάτι πολύ μπερδεμένα σχέδια! Πρέπει να
είναι πολύ σοφή για να βρίσκει άκρη και να μην μπερδεύεται!
Πολλές φορές τον βάζει να κρατάει το νήμα ανάμεσα στα δυο του χέρια τεντωμένο 
για να το κάνει κουβαράκι.
Κι αυτός χαίρεται.

-Πότε θα το τελειώσεις όλο αυτό το κουβαράκι γιαγιά; Τη ρωτάει στριφογυρίζοντάς το 
στο χεράκι του… Κι αυτό γλιστράει και πέφτει κάτω και αρχίζει να ξετυλίγεται και γελάει 
ο Νικολάκης και η γιαγιά φυσάει και ξεφυσάει…
Πόσο όμορφα περνάει μαζί της! Πόσες φορές δεν τον έχει πάρει ο ύπνος του μεσημεριού
στο κρεβατάκι της!
Πώς τα θυμάσαι γιαγιά τόσα παραμύθια; Τη ρωτάει και η γιαγιά χαμογελά ευτυχισμένη.
Όλα τα παραμύθια του κόσμου και τις ιστορίες τα έχει μέσα στο μυαλό της!
Αλήθεια σας λέω δεν τα διαβάζει από πουθενά!
Ναι είναι σίγουρος τώρα πια ! Η γιαγιά του είναι πολύ σοφή!

Θυμάται όλα τα φαγητά, τις πίτες και τα γλυκά απ΄ έξω! Χωρίς να πάρει να διαβάσει το
βιβλίο με τις συνταγές! Και όλα γίνονται τόσο νόστιμα! Πεντανόστιμα!
Ρωτήστε και τον παππού! Που όταν η γιαγιά ετοιμάζεται να ανοίξει φύλλο για να κάνει
τυρόπιτα αρχίζει το τραγούδι και τα αστεία!
Αλήθεια η γιαγιά μου είναι σοφή για έναν ακόμη λόγο! Και είμαι σίγουρος γι΄ αυτό!
Σχολείο πήγε μέχρι την Τετάρτη τάξη κι όμως διαβάζει και γράφει τέλεια! Κάνει κάτι
γραμματάκια ολοστρόγγυλα!

Κι έχει μάθει όλες τις προσευχές του κόσμου απ΄ έξω!!!
Την ακούω κάθε μέρα , πρωί μεσημέρι και βράδυ να κάθεται στη γωνίτσα της δίπλα στο
προσευχητάρι της και να προσεύχεται χωρίς να κρατάει κανένα βιβλίο!
-Γιαγιά, τη ρωτάω, τώρα ποια προσευχή κάνεις;
-Το Μεσονυκτικό, μου λέει το πρωί, τον Εσπερινό μου λέει το απόγευμα και μετά 
συνεχίζει το Απόδειπνο! Κάνει και την Παράκληση στην Παναγία!
Όλα τα έμαθα κι εγώ μαζί της! Ξέχασα να σας πω ότι εγώ κρατάω το θυμιατό και δεν
αφήνω καμιά γωνιά στο σπίτι χωρίς θυμιάτισμα γιατί η γιαγιά μου λέει ότι είναι μεγάλη
ευλογία!!!
Αλήθεια σας λέω η καλή μου γιαγιά είναι σοφή!!!

Σταυρούλας Δημητριάδη, δασκάλας




Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη οι Ισαπόστολοι (Για τους μικρούς μας φίλους)

Ο Μέγας Κωνσταντίνος όταν αποφάσισε να συγκρουστεί με τον στρατό του Μαξέντιου ζήτησε τη βοήθεια του Χριστού. Τότε είδε στον ουρανό φωτεινό το σημείο του Τιμίου Σταυρού που έγραφε «Εν τούτω νίκα».
Τη νύχτα εμφανίστηκε ο Χριστός στον ύπνο του και τον προέτρεψε να φτιάξει ένα λάβαρο σαν αυτό που είδε. Αμέσως διέταξε κι έφτιαξαν ένα χρυσό σταυρικό λάβαρο που το είχε πάντα μπροστά στο στράτευμά του. Ο Σταυρός τους όπλιζε με θάρρος και δύναμη. Έγιναν ατρόμητοι και νίκησαν τον Μαξέντιο και τον πολυπληθή στρατό του. Γι’ αυτό έκτισε μια πόλη στο όνομά του και την αφιέρωσε στον Θεό.
Και δεν έκανε μόνο αυτά. Επιθυμούσε να σταματήσουν οι διωγμοί των χριστιανών γι’ αυτό στα Μεδιόλανα της Ιταλίας υπέγραψε μαζί με τον Λικίνιο το διάταγμα της Ανεξιθρησκείας. Και συνέχισε τον αγώνα του για τον χριστιανισμό. Κάλεσε στην Νίκαια την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο συγκεντρώνοντας τριακόσιους δεκαοκτώ θεοφόρους Πατέρες της Εκκλησίας στην οποία ανακηρύχθηκε η ορθόδοξος πίστη και ο Υιός του Θεού γνωρίσθηκε ομοούσιος με τον Πατέρα. Ο Άρειος και όλοι οι αιρετικοί που έκαναν κακό στην ενότητα της εκκλησίας αναθεματίστηκαν.

Η Αγία Ελένη αναπολεί την λαμπρή ημέρα που βαπτίσθηκε χριστιανή στα εξήντα της χρόνια μετά από κατήχηση πολλών χρόνων, μελέτη και προσευχή . Ο γιος της αυτοκράτορας Κωνσταντίνος την έστειλε στα Ιεροσόλυμα να αναζητήσει και να βρει το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού του Κυρίου. Η οπτασία που είδε ξαφνικά ένα βράδυ της έδειξε τον δρόμο της ιερής αποστολής της. Παρ΄ όλο που δεν είναι νέα στη ηλικία αλλά έκλεισε τα 78 έτη νιώθει μεγάλη δύναμη και τίποτε δεν μπορεί να τη σταματήσει. Είναι αποφασισμένη να βρει τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου. Πόσες νύχτες είναι άγρυπνη δεν θυμάται… Το προσκυνηματικό της ταξίδι στους Αγίους Τόπους που έζησε, μαρτύρησε , σταυρώθηκε, τάφηκε και αναστήθηκε ο Χριστός ξεκίνησε πριν δυο καλοκαίρια… Ένα ταξίδι γεμάτο έργα αγάπης και φιλανθρωπίας. Ένα ταξίδι ιεραποστολικό. Τα πόδια της τρέχουν ακούραστα, τα χέρια της δίνουν απλόχερα. Κατά τη διαδρομή της στηρίζει ορθόδοξες πολιτείες και ανθρώπινες ψυχές

Η Αγία Ελένη δεν είναι μόνη της. Σαν μητέρα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου συνοδεύεται από πλήθος ανθρώπων, αρχόντων, στρατού, εργατών που τη βοηθούν. Ο γιος της υποστηρικτής των χριστιανών της έχει δώσει άφθονα χρήματα για να οικοδομηθούν και να συντηρηθούν ιδρύματα, μονές και ναοί. Έκανε πολλές ανασκαφές. Στη Βηθλεέμ βρήκε τον τόπο Γέννησης του Κυρίου και ανέγειρε τον μεγαλοπρεπή ναό της Γέννησης. Κάθε μέρα νιώθει ότι βρίσκεται όλο και πιο κοντά σ΄ αυτό που ποθεί η ψυχή της να βρει. Κάθε ημέρα την φέρνει όλο και πιο κοντά στον θησαυρό της ζωής. Ακούμπησε το μέτωπό της στην εικόνα του Εσταυρωμένου και τα δάκρυά της κύλισαν σαν δυο ποταμοί που ποτέ δεν στερεύουν…
-Κύριε, Κύριε, Κύριε… σιγοψιθύρισε Αξίωσέ με εμένα τη δούλη Σου Ελένη να βρω τον Τίμιο Σταυρό Σου!

Είναι μέρες τώρα που στα Ιεροσόλυμα ρωτάει να μάθει από τους κατοίκους για τον τόπο της Σταύρωσης του Κυρίου. Άκουσε πολλούς όμως η τελευταία πληροφορία που πήρε από έναν σεβάσμιο γέροντα άγγιξε την καρδιά της. Αποφάσισε να ερευνήσουν και να σκάψουν στον τόπο που της υπέδειξε ο γέροντας. Καθώς έκανε τον περίπατό της στον λόφο του Γολγοθά ένα άρωμα ξαφνικά κατέκλυσε τον τόπο. Η Αγία Ελένη σταμάτησε απότομα και με τα μάτια της προσπάθησε να βρει την πηγή αυτής εξαίσιας ευωδίας. Και την βρήκε! Μπροστά της απλωνόταν πλούσιοι θάμνοι που ευωδίαζαν! Έσκυψε πάνω τους κάνοντας νόημα σε όλους να πλησιάσουν.
-Εδώ από κάτω θα σκάψετε! Είπε χωρίς δεύτερη σκέψη! Ήταν τόσο σίγουρη! Η φύση μαρτυρούσε το μέγα μυστικό που κρυβόταν θαμμένο μέσα της τόσα χρόνια!!!
Και το θαύμα έγινε. Στη ρίζα του αρωματικού φυτού βρήκε τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού.
-Ποιος όμως είναι ο Σταυρός του Κυρίου μας; Πώς θα τον αναγνωρίσουμε; Αναρωτήθηκε όταν είδε να βγάζουν και τους άλλους δύο σταυρούς των ληστών καθώς και τα καρφιά τους.
Κοντά της στις ανασκαφές ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Εκείνη τη στιγμή πήγαιναν μια νεκρή γυναίκα για να την ενταφιάσουν. Ο αρχιεπίσκοπος σταμάτησε τη νεκρική πομπή και αφού προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο τοποθέτησε χωριστά τους τρεις Σταυρούς πάνω στη νεκρή. Όταν την άγγιξε ο τρίτος Σταυρός αναστήθηκε!
-Αναστήθηκε! Είναι ο Σταυρός του Κυρίου μας! Φώναζαν όσοι είδαν το θαύμα και δόξαζαν τον Θεό. Και το νέο μαθεύτηκε γρήγορα παντού. Και όλοι ήθελαν να προσκυνήσουν τον Σταυρό του Κυρίου. Ο Πατριάρχης διέταξε κι έφτιαξαν έναν ψηλό άμβωνα και από εκεί ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό και τον προσκύνησε το πλήθος των χριστιανών.
-Εδώ θα κτίσουμε τον Ναό της Αναστάσεως! Είπε η Αγία Ελένη ευχαριστώντας τον Μεγαλοδύναμο Κύριο που της έδωσε τη Χάρη να βρει το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού Του και να γευθούν όλοι τη δόξα Του. Η επιθυμία του αυτοκράτορα γιου της και το όραμά της εκπληρώθηκαν. Φεύγοντας θα μεταφέρει μαζί της στην Κωνσταντινούπολη τεμάχια του Τιμίου Ξύλου και τούς τέσσερις ΄Ηλους, τους θησαυρούς των χριστιανών.

Η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τους και θα τους ονομάσει ισαποστόλους.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

- Με λένε Πασχαλιά (Για τους μικρούς μας φίλους)







Με λένε Πασχαλιά

Το μικρό κοριτσάκι κοιτάζει τις πεταλουδίτσες που πετούν γύρω από τον θάμνο με
τα πανέμορφα λουλούδια. Πετούν από λουλούδι σε λουλούδι ρουφώντας το νέκταρ
τους.
Ξεχνιέται ώρες ολόκληρες να τις κοιτάζει να πετούν ανοίγοντας τα πολύχρωμά φτερά
τους. Και τι χρώματα! Κίτρινες, πορτοκαλί, λευκές, γαλάζιες, μεγάλες, μικρές...
Η μέρα είναι ηλιόλουστη και ο ουρανός καταγάλανος χωρίς κανένα συννεφάκι. Η
μικρούλα κάθισε κάτω από το δεντράκι και η μυρωδιά από τα άνθη του την αγκάλιασε.
Ήταν τόσο πανέμορφα όλα. Από τον χορό δεν έλειπαν και οι μελισσούλες που έκαναν
ευχαριστημένες ένα βουητό καθώς βιάζονταν να ρουφήσουν τον χυμό των λουλουδιών
και να τον πάνε στην κυψέλη τους.
Και τα πουλάκια στα κλαδάκια της κάθονταν και τραγουδούσαν γλυκά
ευχαριστώντας τον δημιουργό τους.
Η μικρούλα δεν χόρταινε να βλέπει αυτή την ομορφιά που έμπαινε κατευθείαν μέσα
στην καρδούλα της. Άνοιξε τα χεράκια της και γύρισε γύρω γύρω λες και ήθελε να
αγκαλιάσει όλο τον κόσμο.
-Είσαι το αγαπημένο μου δέντρο! Του είπε και προσπάθησε να φτάσει με το χεράκι
του ένα χαμηλό κλαδάκι.
-Έχεις τόσο όμορφα λουλούδια που μοσχομυρίζουν! Γι’ αυτό μαζεύονται όλες οι
πεταλουδίτσες πάνω σου!
-Και τα χρώματά σου είναι πολύ όμορφα ροζ και μοβ ! είπε και ανασήκωσε λίγο τα
ποδαράκια του για να τα φτάσει. Όμως δεν τα κατάφερε.
-Πώς σε λένε; Ρώτησε χαϊδεύοντας τον λεπτό κορμό του κι έπειτα κάθισε κάτω από
τον μοσκοβολιστό ίσκιο του.
-Με λένε Πασχαλιά, ακούστηκε η γλυκιά φωνή από το δεντράκι. Κι εσύ είσαι το
αγαπημένο μου παιδάκι. Πολλά παιδάκια με βλέπουν αλλά κανένα δεν με έχει προσέξει
όπως εσύ. Μόνο εσύ μ’ έβαλες μέσα στην καρδούλα σου.
Και τότε ένα κλαδάκι έσκυψε και τη χάιδεψε γεμάτο φορτωμένο με ροζ και βιολετιά
άνθη. Η μικρούλα ένιωσε το υπέροχο άρωμα των λουλουδιών του. Και μερικά άνθη
έπεσαν και κι έκαναν ένα στεφανάκι στο κεφαλάκι της.
-Και το όνομά σου είναι πολύ ωραίο!!! Εμένα με λένε Αγγελικούλα.
-Έλα, μικρούλα μου, μάζεψε όσα περισσότερα λουλουδάκια μπορείς, είπε το
δεντράκι κατεβάζοντας κι άλλο τα κλαδάκια του.
-Ανθίζω και βγάζω λουλουδάκια μόνο για λίγο την άνοιξη, τις ημέρες που πλησιάζει
το Πάσχα. Και είναι το μόνο δώρο που μπορώ να κάνω στον δημιουργό μου που μου
έδωσε όλη αυτή την ομορφιά!
Έλα, μικρούλα μου, με τα μικρά χεράκια σου κόψε απαλά τα μυρωδάτα λουλουδάκια
μου για να τα βάλεις μαζί με τη μανούλα σου στον Επιτάφιο του Κυρίου μας. Γιατί μόνο
γι’ αυτόν ανθίζω και υπάρχω. Πενθώ κι εγώ και συμμετέχω στην Ταφή του Κυρίου με το
πένθιμο χρώμα μου αλλά και με το άρωμά μου θυμίζω σε όλους τα μύρα με τα οποία
άλειψαν το Άγιο Σώμα Του.
Η μικρούλα πήρε το πανεράκι που είχε δίπλα της κι άρχισε να κόβει προσεκτικά τα
άνθη και τότε η Πασχαλιά έσκυψε κι άλλο και ο ήλιος άρχισε να παίζει μαζί της και
μπλέχτηκε στα κλαδιά της.
Κι όταν το πήρε ο ύπνος, το δεντράκι άπλωσε τα κλαδιά του και το σκέπασε. Το
νανούρισε γλυκά, του είπε τα πιο όμορφα τραγούδια. Κι αυτό πετούσε στον ουρανό
χαρούμενο μαζί με τις πολύχρωμες πεταλουδίτσες.
Και τα μαγουλάκια του έγιναν κόκκινα και ροδαλά από τον καθαρό αέρα και την
ευχαρίστηση.
-Μαμά, η Αγγελικούλα είναι στον κήπο! Φώναξε ο Αργύρης.
Την πήρε ο ύπνος κάτω από την Πασχαλιά. Κι έχει γεμίσει το πανεράκι με
λουλούδια. Και τα μαλλάκια της έχουν λουλουδάκια!
Η μανούλα βγήκε έξω και είδε την μικρούλα της να κοιμάται γλυκά και να
χαμογελάει.
-Μαμά, πώς έφτασε κι έκοψε τις πασχαλιές; Αναρωτήθηκε ο Αργύρης.
-Ο Κύριος ξέρει, είπε η μανούλα του παίρνοντας προσεκτικά τη μικρή Αγγελικούλα
στην αγκαλιά της. Εκείνη άπλωσε τα χεράκια της και αγκάλιασε τη μανούλα της.
-Αργύρη μου, είπε η μανούλα του όταν έβαλε την Αγγελικούλα στο κρεβατάκι της,
αυτά τα λουλουδάκια θα τα πάμε σήμερα την εκκλησία για να στολίσουμε τον Επιτάφιο
του Κυρίου μας!
Και η Πασχαλιά που τους κοιτούσε από το παράθυρο κούνησε τα κλαδιά της
ευτυχισμένη…

Σταυρούλα Δημητριάδη, δασκάλα

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

"... θυμάσαι με ποιους πολεμήσαμε την 25η Μαρτίου;" (Για τους μικρους μας φίλους)














Ο Νικολάκης πέταξε το μπαλάκι όσο πιο μακριά μπορούσε κι ο Μαξ έτρεξε σαν
αστραπή και του το έφερε αμέσως.
Είναι ο καλύτερός του φίλος! Ποτέ δεν κουράζεται ούτε γκρινιάζει! Πάντα τον
περιμένει στην εξώπορτα χαρούμενος να γυρίσει από το σχολείο του. Τότε κι αυτός
πετάει την τσάντα του κάτω και τρέχει να τον αγκαλιάσει.
Θυμάται πριν από δύο χρόνια όταν τον έφερε μικρό κουταβάκι ο παππούς του.
-Να το προσέχετε και να το φροντίζετε! Τους είπε, έχει ανάγκη από μία οικογένεια.
Σε λίγο θα μεγαλώσει και θα είναι ο πιστός σας φύλακας.
-Ναι πατέρα, σ’ ευχαριστούμε, θα τον αγαπάμε, θα του φτιάξουμε ένα σπιτάκι στον
κήπο και θα τον πάμε στον κτηνίατρο για τα εμβόλιά του, είπε ο μπαμπάς του.
Τα φοβισμένα μαύρα ματάκια του, κοιτούσαν πότε τον έναν πότε τον άλλον πήγαν
και στάθηκαν πάνω στον Νικολάκη που περίμενε χαμογελαστός να τον κρατήσει στην
αγκαλιά του.
Το κουταβάκι σταμάτησε να τρέμει κι έκανε ένα δειλό βηματάκι κοντά του. Ο
Νικολάκης άνοιξε τα χεράκια του κι αυτό χώθηκε γρήγορα στην αγκαλιά του. Από τότε
ήταν αχώριστοι.
Ο παππούς φάνηκε από μακριά να διασχίζει την πλακόστρωτη αυλή του κήπου. Ο
Νικολάκης και ο Μαξ σταμάτησαν το παιχνίδι κι έτρεξαν και οι δυο προς το μέρος του να
τον υποδεχτούν. Κρατούσε στο χέρι του ένα μεγάλο κουτί.
-Η γιαγιά σου στέλνει ένα δώρο!
-Τι είναι παππού;
-Είναι μια στολή για να ντυθείς τσολιαδάκι αύριο! Είναι του μπαμπά σου, την είχε η
γιαγιά φυλαγμένη χρόνια τώρα στο μπαούλο.
-Ευχαριστώ παππού! Είπε και πήρε στα χεράκια του το κουτί με τον θησαυρό του.
Πόσες φορές είχε ονειρευτεί αυτή τη στιγμή! Έβλεπε στην παρέλαση τους τσολιάδες και
η καρδούλα του χτυπούσε! Και τώρα ήρθε και η δική του σειρά.
Η μητέρα άκουσε τις φωνές και βγήκε έξω ενώ ο Νικολάκης περνούσε σαν
σίφουνας μέσα στο σπίτι να δοκιμάσει την στολή του.
-Πατέρα κάθισε να σου φτιάξω ένα καφεδάκι του είπε και μπήκε ξανά στην κουζίνα.
Ο παππούς κάθισε κάτω από την μεγάλη λεύκα ευχαριστημένος χαϊδεύοντας τον
Μαξ που του έκανε παρέα.
Ο Νικολάκης ντύθηκε με τη βοήθεια της μανούλας του, πήρε στο χέρι του την
σημαιούλα του και βγήκε με βήμα έξω.
Ο παππούς άρχισε να του δίνει τον ρυθμό της παρέλασης κι αυτός προχωρούσε
καμαρωτός και περήφανος στο μονοπάτι του κήπου.

Στο τέλος κάθισε δίπλα του και ήπιε τον χυμό που του έδωσε η μανούλα του.
-Για πες μου, τον ρώτησε ο παππούς του, θυμάσαι με ποιους πολεμήσαμε την 25 η
Μαρτίου;
-Ναι, παππού! Μας το είπε και η κυρία στην τάξη! Με τους Τούρκους που μας είχαν
σκλαβώσει τετρακόσια ολόκληρα χρόνια.
Οι Έλληνες δεν άντεχαν άλλο τη σκλαβιά και βροντοφώναξαν «Ελευθερία ή
Θάνατος».
-Μπράβο Νικολάκη μου! Μήπως θυμάσαι και κάποιον ήρωα που πολέμησε τότε;
-Ναι! Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Αθανάσιος Διάκος, Νικηταράς, Παπαφλέσσας,
Μιαούλης, Μπότσαρης, αλλά και γυναίκες Μπουμπουλίνα, Μαντώ Μαυρογένους, οι
Σουλιώτισσες ...
-Μπράβο, Νικολάκη μου! Όμως είναι διπλή γιορτή αύριο! Ποιος γιορτάζει;
-Η Παναγία μας παππού! Είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου! Ο Αρχάγγελος
Μιχαήλ της έδωσε το ευχάριστο μήνυμα ότι θα γεννήσει τον Χριστό. Αύριο θα πάμε στην
εκκλησία πρώτα και θα ντυθώ παπαδάκι και μετά θα ντυθώ τσολιαδάκι και θα πάμε
στην παρέλαση!
-Μπράβο, λεβέντη μου! Να είσαι ευλογημένος! Είπε ο παππούς και τον έκλεισε
στην αγκαλιά του.

                                                                                   Σταυρούλα Δημητριάδη, δασκάλα

ΠΗΓΗ της φωτογραφίας:

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

Έλα να παίξουμε την ιστορία του Ασώτου, παππού!!! (Για τους μικρούς μας φίλους)

Ο Νικολάκης κάθεται με τον παππού στον κήπο και παίζει με τα αυτοκινητάκια του.
Η μανούλα πρόσφερε καφέ, δροσερό νεράκι και γλυκό του κουταλιού στον παππού κι
αυτός κάθισε δίπλα του να απολαύσει τον χυμό και το κέρασμά του.
Τότε, του ήρθε μια ιδέα και πετάχτηκε όρθιος!
-Έλα παππού, να παίξουμε ένα καινούριο παιχνίδι!
-Και τι παιχνίδι είναι αυτό Νικολ άκη;
-Μόλις το σκέφτηκα! Σήμερα στην εκκλησία ο π. Θεόδωρος διάβασε στο Ευαγγέλιο
μια ιστορία που είπε ο Χριστούλης στους ανθρώπους για έναν γιο που είχε φύγει μακριά
από τον πατέρα του!
-Την παραβολή του ασώτου υιού! Επέστρεψε ο γιος μετανιωμένος κι ο πατέρας του
τον περίμενε με ανοιχτή την αγκαλιά!
-Έλα παππού, να την παίξουμε! Θα καθίσεις στο τέλος του μονοπατιού και θα με
περιμένεις.
-Σε ποιο από τα δύο; Είναι κοντά το ένα στο άλλο!
-Σ’ αυτό που είναι δεξιά παππού!
Ο παππούς πήρε τη θέση του και κάθισε υπομονετικά να τον περιμένει. Τον είδε να
περπατά στο μονοπάτι του. Σε λίγο θα φτάσει, σκέφτηκε, κι άνοιξε την αγκαλιά του.
Όμως ο Νικολάκης πέρασε στο διπλανό μονοπάτι κι έφυγε από το βλέμμα του! Ο
παππούς τον έψαξε κοίταξε ανάμεσα στα δέντρα αλλά μάταια.
-Εδώ είμαι παππού! Ακούστηκε η γλυκιά του φωνούλα κι αμέσως τον είδε να
περπατά ξανά στο μονοπάτι του.
Μα σε λίγο πάλι τον έχασε. Κι ο παππούς συνέχισε να τον περιμένει με υπομονή
στο τέλος του μονοπατιού με τα χέρια του ανοικτά να τον αγκαλιάσει.
Ξαφνικά εμφανίστηκε κοντά του και χώθηκε στην αγκαλιά του.
-Παππού είδες αυτούς τους δύο δρόμους; Ο ένας είναι ο δρόμος ο καλός, ο
φωτεινός, που σε οδηγεί στην αγκαλιά του Χριστού ενώ ο άλλος ο δρόμος σε οδηγεί
μακριά του.
Εγώ θέλω να ακολουθήσω τον δρόμο τον καλό, της αγάπης γιατί σ’ αυτόν νιώθω
χαρά κι ευτυχία.
Όμως μερικές φορές μπορεί να μαλώσω με έναν φίλο μου, να κάνω κάτι που δεν
είναι καλό. Τότε, παππού φεύγω από αυτόν τον δρόμο και πάω στον άλλον τον σκοτεινό
γιατί έχω μέσα μου κακία, θυμό και χάνω τη χαρά μου.
-Ναι αλλά όσες φορές έφυγες, τόσες ξαναγύρισες, παιδί μου!
-Ναι, γιατί μετάνιωνα, ζητούσα συγγνώμη, συμφιλιωνόμουν και ξαναγύριζα στον
δρόμο που θέλω να περπατώ και που οδηγεί στον Χριστό.
-Και το άλλο μονοπάτι που οδηγεί, Νικολάκη μου; Ρώτησε ο παππούς
ακολουθώντας με το βλέμμα του το μονοπάτι.
-Μπροστά στον πέτρινο φράχτη. Και πίσω από αυτόν υπάρχει γκρεμός!
Τότε ακούστηκαν χαρούμενα γαβγίσματα! Ο Μαξ έτρεχε πάνω κάτω στα δύο
μονοπάτια δείχνοντάς τους ότι παίρνει μέρος κι αυτός στο παιχνίδι τους!

Δημητριάδη Σταυρούλα, δασκάλα

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2025

Στον δρόμο της χαράς (Για τους μικρούς μας φίλους)
















Το περιστέρι άνοιξε τα κατάλευκα φτερά του και πέταξε ευχαριστημένο. Ήθελε να
δείξει τον δρόμο στα μικρά του που το ακολουθούσαν.
-Ανοίξτε τα φτερά σας απαλά και πετάξτε μακριά! Ακολουθήστε με!
Χαρούμενα τιτιβίσματα ακούστηκαν και ένα κατάλευκο σύννεφο σκέπασε τον
καταγάλανο ουρανό.
-Ελάτε κοντά μου! Το περιστέρι πέταξε λίγο ακόμη και σταμάτησε πάνω στο κλαδί
ενός δέντρου. Τα μικρούλια του το πλησίασαν και κάθισαν δίπλα του.
-Αυτή είναι η ελιά! Ένα ευλογημένο και τιμημένο δέντρο από πολύ παλιά! Θα κόψω
ένα κλαράκι και θα κάνω ένα στεφάνι.
-Και ποιος θα το φορέσει αυτό το στεφάνι;
-Μόνο αυτός που αγαπάει! Σ΄ αυτή τη γιορτή είναι ο μοναδικός καλεσμένος!
-Και πώς πρέπει να ντυθεί; Τι θα φορέσει; Απλά ρούχα ή επίσημα; Να στολιστεί, να
βάλει τα χρυσαφικά του και να βαφτεί για να ξεχωρίσει;
-Ο νικητής καλό μου, θα ντυθεί με τη ουράνια στολή της αγάπης, της πίστης, της
προσευχής, της ταπείνωσης, της εγκράτειας, της υπομονής και της ελπίδας!
-Και πού θα βρει αυτή τη στολή;
-Τη στολή αυτή τη δίνει ο Κύριός μας μόνο σ’ αυτούς που την αξίζουν! Που η ζωή
τους εδώ στη γη είναι ευωδία και δοξολογία Κυρίου! Που η κάθε ανάσα τους και κάθε
χτύπος της καρδιάς τους είναι αφιερωμένα στον Κύριο!
-Και η αγάπη; Ποιους να αγαπάει;
-Μικρούλι μου, αυτός που θα έρθει θα είναι ο πιο απλός άνθρωπος, ο πιο ταπεινός,
αυτός που νιώθει τον πόνο του διπλανού του, του συμπαραστέκεται, τον βοηθάει
σιωπηλά χωρίς να το μάθει κανείς!
-Και πώς μπορεί να τον βοηθήσει; Τι να κάνει για να δείξει την αγάπη του;
-Μπορεί με υλικά αγαθά που έχει ανάγκη, με ένα λόγο όταν είναι στενοχωρημένος,
με μία προσευχή που θα κάνει γι’ αυτόν. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να δείξουμε το
ενδιαφέρον και την αγάπη μας.
-Αυτός που αγαπάει δηλαδή, μανούλα, τον συνάνθρωπό του σαν τον εαυτό του! Και
ό, τι καλό κάνει θέλει να το βλέπει μόνο ο Χριστούλης και κανένας άλλος!
-Εγώ ξέρω! Πετάχτηκε το πιο μικρούλι. Το στεφάνι θα το κερδίσει ο άνθρωπος που
αγαπάει τον Χριστούλη με όλη την καρδιά του, με όλη την ψυχή του, με όλο τον νου του
και με όλη τη δύναμή του! Και όπως αγαπάει τον Χριστό αγαπάει και όλους τους
ανθρώπους!
-Αυτός που αγαπάει δεν κοιτάζει τον εαυτό του αλλά πρώτα τον συνάνθρωπό του.
Αυτός που αγαπάει είναι μια λαμπάδα αναμμένη για τον Κύριο! Είναι φλόγα που
ανεβαίνει στον ουρανό!
- Το στεφάνι αυτό θα το κερδίσει μόνο αυτός που θα δείξει υπομονή και καρτερία
στη ζωή του και δεν θα γογγύζει για κάθε δοκιμασία που του στέλνει ο Κύριος για να τον
δυναμώσει και να τον φέρει περισσότερο κοντά Του!
-Μου είπε η γιαγιά ότι στις δυσκολίες της ζωής αναζητούμε περισσότερο τον
Χριστούλη και γαντζωνόμαστε πάνω του!
-Κι αυτός μας αγκαλιάζει με αγάπη και γιατρεύει τα τραύματά μας!
-Νικητής θα είναι αυτός που κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί σκέφτεται και τα λάθη του,
διορθώνει τον εαυτό του και βάζει νέα αρχή. Που απομακρύνει από πάνω του κάθε
σκουπιδάκι που τον κρατάει μακριά από την αγάπη του Χριστού!
-Ο Χριστούλης μας αγαπάει πάρα πολύ! Όλους! Κι εμάς και τους ανθρώπους και
όλα γιατί είμαστε δημιουργήματά Του!
-Αν ήξερες μικρούλι μου με πόση αγάπη έπλασε ο καλός μας Θεός όλο τον κόσμο!
Γι΄ αυτό κι εμείς πρέπει να τον αγαπάμε και να τον σεβόμαστε!
-Αυτό το στεφάνι είναι ένα και μοναδικό! Ο αγώνας έχει ξεκινήσει! Στον δρόμο της
χαράς και της αγάπης είναι όλοι καλεσμένοι!
Ο νικητής της αγάπης όμως θα το κερδίσει!

Σταυρούλα Δημητριάδη, Δασκάλα

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2024

-Έλα γιαγιά, να καθίσεις κοντά στο τζάκι! Θα κρυώσεις! (Για τους μικρούς μας φιλους)












Ο Νικολάκης κάθεται στο δωμάτιό του και κοιτάζει από το παράθυρο
της σταγόνες της βροχής που κυλούν στο τζάμι του παραθύρου του.
Πλησιάζει το προσωπάκι του και κολλάει τη μυτούλα του πάνω του, τα
τζάμια θολώνουν με την ανασούλα του, και με το δαχτυλάκι του ζωγραφίζει
πάνω τους και κάνει γραμμούλες και αστεράκια…
Κοιτάζει τον αγαπημένο του κήπο, τα λουλουδάκια του και τον όμορφο
βοτανόκηπό του που η σημερινή αυτή δροσιά τον αναζωογόνησε. Όλα είναι
ήσυχα κι έρημα… ακόμα και ο Μαξ είναι μέσα στο σπιτάκι του και δεν
ακούγεται.

Του αρέσουν οι μέρες της βροχής γιατί κάθεται στο χαλάκι μαζί με τη
γιαγιά ή τη μαμά και ξεφυλλίζουν βιβλία και διαβάζουν παραμύθια! Εξάλλου
τις πιο ωραίες ιστορίες αυτές τις ημέρες τις έχει ακούσει! Και σήμερα είναι
μια τέτοια ημέρα! Από ώρα σε ώρα περιμένει την καλή του γιαγιά να έρθει.
Μόλις την είδε να διασχίζει το βρεγμένο πλακόστρωτο του κήπου
σηκώθηκε κι έτρεξε να ανοίξει την πόρτα.

Η γιαγιά μπήκε μέσα με ένα μεγάλο χαμόγελο και τη λαχταριστή
τυρόπιτα ζεστή κι αχνιστή.
-Έλα γιαγιά, να καθίσεις κοντά στο τζάκι! Θα κρυώσεις!
Η μαμά του φάνηκε από την κουζίνα φέρνοντας τα καφεδάκια τους και
τον χυμό για τον Νικολάκη.
Κάθισαν όλοι μαζί κι άκουγαν τη βροχή που έπεφτε πάνω στα κεραμίδια
του σπιτιού τους.
-Ο Νικολάκης αφού έφαγε από τη νόστιμη πιτούλα της γιαγιάς του και
ήπιε τον χυμό του κάθισε κάτω στο χαλάκι και περίμενε.
- Γιαγιά, ποια ιστοριούλα θα μου πεις σήμερα;
Η γιαγιά σταμάτησε λιγάκι την κουβέντα της με την κόρη της και τον
κοίταξε χαμογελώντας .

-Κάθισε αναπαυτικά καλό μου παιδί… γιατί σήμερα θα σου πω μία
ιστορία για να καταλάβεις πόσο πολύ μας αγαπάει ο Κύριος.
-Και μας αγαπάει αληθινά γιαγιά;
-Αν μας αγαπάει …Αν το καταλαβαίναμε όλοι μας πόσο πολύτιμοι
είμαστε γι’ αυτόν, που έδωσε την ζωή του για εμάς, που μας συγχωρεί και
μας περιμένει όλους κοντά του θα είχαμε πάντα χαρά…
-Η αγάπη του Χριστού μας κάνει καλύτερους γιαγιά! Όποιος αγαπάει
τον Χριστό δεν μπορεί να έχει μέσα του κακία ή να λέει ψέματα.
-Ναι γιατί ο Χριστός μας είναι το Φως και η Αλήθεια και η Ζωή κι
όποιος τον ακολουθεί ντύνεται το Φως του Κυρίου!
-Άκουσε λοιπόν … Ο Κύριος δίδασκε στη Συναγωγή και ήταν ημέρα
Σάββατο. Εκεί ήταν και μία γυναίκα που ήταν άρρωστη δεκαοχτώ ολόκληρα
χρόνια και ήταν σκυφτή και δεν μπορούσε να σηκώσει το σώμα της
καθόλου….

Σταυρούλα Δημητριάδη, δασκάλα

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: https://fthiotikos-tymfristos.blogspot.com/2014/02/blog-post_19.html

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

-Και πώς μπορούμε να αγαπούμε και να βοηθούμε τους άλλους; (Για τους μικρούς μας φίλους)












-Πάμε μαμά! Η γιαγιά μας περιμένει! Μην ξεχάσεις τα κουλουράκια!
-Εντάξει Νικολάκη! Τα πήρα όλα! Είπε η μανούλα του κλειδώνοντας
την πόρτα.
Ο Νικολάκης κατέβηκε τα τρία σκαλάκια και βρέθηκε στον κήπο.
Χαιρέτησε τα δύο γατάκια που περίμεναν έξω από την πόρτα κι έτρεξαν
κοντά τους.
Η μητέρα του, γέμισε το μπολάκι τους με φαγητό και τους έβαλε και
νεράκι. Τα αγαπά και τα φροντίζει! Κι έχει μάθει κι ο Νικολάκης να το
κάνει!
Ο Μαξ που άκουσε τις κουβέντες τους και τα βήματά τους στο
πλακόστρωτο γάβγισε χαρούμενα.
Ο Νικολάκης έτρεξε κοντά του, κι αυτός κούνησε χαρούμενα την ουρά
του. Τον περίμενε να παίξουν. Κάθε απόγευμα το περνούν τρέχοντας και
παίζοντας με μία μπαλίτσα στον ευωδιαστό κήπο τους.
-Μαξ, θα παίξουμε όταν γυρίσω από τη γιαγιά, είπε ο Νικολάκης και
του χάιδεψε το κεφαλάκι.
Προχώρησαν στο στενό μονοπάτι και σταμάτησαν στο παρτέρι με τις
τριανταφυλλιές.
-Είναι οι αγαπημένες της γιαγιάς! Να κόψουμε λίγα τριαντάφυλλα να της
πάμε!
-Περίμενε, θα κόψω εγώ, για να μην μπουν αγκαθάκια στα χεράκια σου!
-Μαμά, κι εκείνο το ροζ! Και το κόκκινο!
-Τέλεια, Νικολάκη μου! Είπε η μαμά τυλίγοντας το μπουκέτο με το
χαρτί που είχε μαζί της.
-Θα μου δώσεις να τα κρατήσω εγώ, όταν φτάσουμε;
-Βέβαια, παιδί μου! Θα χαρεί πολύ η γιαγιά!
-Την αγαπώ πολύ τη γιαγιά και τον παππού! Περνάω όμορφα μαζί τους
και θέλω να τους δίνω χαρά!
-Είσαι σπουδαίο παιδί! Έτσι θέλει να σκεφτόμαστε και ο Χριστούλης
μας! Θέλει να δίνουμε χαρά στους άλλους και να νοιαζόμαστε γι’ αυτούς.
-Όλους τους ανθρώπους;
-Ναι, καλό μου παιδί, όλους! Συγγενείς, συμμαθητές, φίλους, γνωστούς
κι αγνώστους. Ο πλησίον που θέλει ο Κύριός μας να αγαπούμε είναι ο κάθε
άνθρωπος που είναι δίπλα μας και έχει την ανάγκη μας!
-Και πώς μπορούμε να αγαπούμε και να βοηθούμε τους άλλους;
-Αν αγαπάμε τον Κύριό μας και Θεό μας με όλη μας την καρδιά, με όλη
μας την ψυχή, με όλη μας τη δύναμη και με όλη μας την διάνοια τότε
αγαπούμε και όλον τον κόσμο Νικολάκη!
Αγαπούμε όλους τους ανθρώπους και όλα … τα πάντα γιατί είναι
δημιουργήματα του Θεού και Πατέρα μας!
Καταλαβαίνεις; Είναι η αγάπη που μπαίνει μέσα μας και μας κάνει
εύσπλαχνους και ταπεινούς… Είναι η αγάπη παιδί μου που μας κάνει να
σκύβουμε στον διπλανό μας και να τον ακούμε, να τον βοηθάμε, να τον
στηρίζουμε… Είναι η αγάπη του Χριστού!

                                                                 Σταυρούλα Δημητριάδη, δασκάλα

-Κοίτα μαμά, την αποθήκη του άφρονα πλουσίου! (Για τους μικρούς μας φίλους)













Ο Νικολάκης έχει απλώσει όλα τα χρώματα πάνω στο τραπεζάκι του
κήπου και ζωγραφίζει. Η μανούλα του κάθεται στην αναπαυτική της
πολυθρόνα και διαβάζει ένα βιβλίο με βίους Αγίων. Πότε πότε σηκώνει τα
μάτια της και τον κοιτάζει. Χαμογελά και ξαναρχίζει το διάβασμά της.
Είναι η πιο γλυκιά ώρα της ημέρας. Έχει τελειώσει όλες τις δουλειές
της κι απολαμβάνουν τις τελευταίες καλές ημέρες του χειμώνα, την
υπέροχη λιακάδα και τον καταγάλανο ουρανό, πριν πιάσουν τα κρύα.
-Τι υπέροχη ζωγραφιά! Ένα πολύ μεγάλο σπίτι!
-Δεν είναι σπίτι! Είναι μια αποθήκη! Να, κοίτα μαμά, τη γέμισα όλη με
αγαθά!
-Και τίνος είναι αυτή η αποθήκη, Νικολάκη;
-Μα του άφρονα πλουσίου! Έτσι τον είπε ο πατήρ Γεώργιος σήμερα
στην εκκλησία. Αυτόν που δεν είχε μυαλό και μάζευε όλον πλούτο του εκεί
μέσα!
- Πραγματικά, όλη του η αγάπη και το ενδιαφέρον ήταν στα πλούτη του.
Τον ένοιαζε παιδί μου να ευχαριστήσει το σώμα του με υλικά αγαθά. Να
φάει, να πιεί, να διασκεδάσει..
-Τα ήθελε όλα για τον εαυτό του! Δεν είχε γνωρίσει την αγάπη του
Χριστού και δεν νοιαζόταν για τον διπλανό του! Θα μπορούσε με τόσα που
είχε να βοηθήσει πολλούς ανθρώπους μαμά, που είχαν ανάγκη!
-Όμως δεν το έκανε παιδί μου, γιατί η πλεονεξία είχε φωλιάσει μέσα
στην καρδιά του και τον έκανε σκληρό κι εγωιστή.
-Γι’ αυτό είχε αγωνία και ήταν ανήσυχος! Ήθελε τα πλούτη να τα
απολαύσει μόνος του!
-Γι’ αυτό και ο Χριστός μας, μας λέει ότι όπου είναι ο θησαυρός μας
εκεί είναι και η καρδιά μας! Κι ο θησαυρός του πλουσίου ήταν όλος στη γη!
-Κι όταν τον πήρε ο Κύριος την ίδια νύχτα από αυτή τη ζωή μείναν όλα
μαμά εδώ στη γη! Έφυγε χωρίς να καταφέρει να πραγματοποιήσει τα
σχέδιά του!
-Και το σημαντικότερο Νικολάκη μου, δεν είχε μαζέψει θησαυρούς στον
ουρανό όσο ζούσε!
-Και ποιοι είναι αυτοί οι θησαυροί που μπορούμε να μαζέψουμε στον
ουρανό;
-Είναι πολύτιμα και ανεκτίμητα διαμάντια! Μοναδικά για τον καθένα!
Θησαυροί που δεν κινδυνεύουν να καταστραφούν ή να τους κλέψει κανείς.
Ο πλούσιος δεν είχε θησαυρούς στον ουρανό αλλά στη γη και τους
έχασε όλους!
-Εγώ θέλω να μαζεύω θησαυρούς στον ουρανό, μανούλα! Αλλά πώς; Τι
να κάνω;
-Με την αγάπη παιδί μου, μας το είπε ο Κύριος, με την αγάπη στο Θεό
και στον συνάνθρωπό μας! Έτσι θα αποκτήσουμε θησαυρούς και εδώ στη
γη και στον ουρανό. Θα είμαστε κοντά Του, ευτυχισμένοι γιατί η ζωή μας
θα είναι γεμάτη φιλανθρωπία και ελεημοσύνη.
-Κοίτα μαμά, την αποθήκη του άφρονα πλουσίου! Είπε ο Νικολάκης και
καθώς σήκωσε τη ζωγραφιά του στον αέρα, την άφησε να πετάξει λίγο
ψηλά κι έπειτα να πέσει κάτω στη γη.
                                                                 Σταυρούλα Δημητριάδη, δασκάλα

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2024

-Λίγο ψωμάκι παιδάκια μου! (Για τους μικρούς μας φίλους)










-Σε βρήκα! Φώναξε ο Νικολάκης στον ξάδερφό του τον Σωτήρη που ήταν κρυμμένος
πίσω από έναν μεγάλο θάμνο.
Ο Σωτήρης βγήκε γελώντας από την κρυψώνα του.
-Σειρά σου τώρα να κρυφτείς! Τα φυλάω εγώ!
Ο Νικολάκης κοίταξε γύρω γύρω όλες τις κρυψώνες που τις ήξερε πολύ καλά αλλά
έτρεξε να κρυφτεί στην αγαπημένη του. Πίσω από τον βοτανόκηπό τους! Να
μοσχομυρίζουν η ρίγανη, το θυμάρι, το δεντρολίβανο, ο δυόσμος, ο βασιλικός, η μέντα
και το φασκόμηλο. Έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθιά αναπνοή!
-Ήξερα ότι θα σε βρω εδώ! Του φώναξε ο ξάδερφός του.
-Είναι η αγαπημένη μου φωλιά!
-Μυρίζουν πολύ ωραία! Τι φυτά είναι;
-Έλα να σου τα δείξω! Είναι βότανα και τα φύτεψα μαζί με τη μαμά!
-Μου αρέσει πολύ ο βοτανόκηπός σας Νικολάκη! Είναι πανέμορφος και κοίτα πόσες
πεταλούδες πετούν και ξεκουράζονται πάνω στα φυτά του!
-Παίζουμε τώρα κυνηγητό;
-Τρέξε πρώτος! Του είπε ο Σωτήρης και τον άφησε να τρέξει αρκετά κι έπειτα άρχισε
να τον κυνηγάει.
Κι αφού έπαιξαν για αρκετή ώρα είδαν τη μαμά να τους πλησιάζει κρατώντας ένα
μεγάλο δίσκο.
-Ελάτε εδώ στο τραπέζι, να ξεκουραστείτε και να φάτε το κολατσιό σας! Σας έβαλα
από δύο φετούλες βούτυρο με μαρμελάδα και έναν χυμό.
Τα παιδιά έτρεξαν και κάθισαν κάτω από τη σκιά του μεγάλου πεύκου που ήταν στην
αυλή. Η όρεξή τους με το παιχνίδι και τον καθαρό αέρα είχε ανοίξει!
-Αυτό το δέντρο είναι πάνω από εκατό ετών!
-Αλήθεια;
-Ναι, υπήρχε πριν χτίσουμε το σπίτι και το κρατήσαμε.
-Πόσα θα έχει δει! Και αν είχε στόμα τι ιστορίες θα μας έλεγε!
Έξω από την αυλή τους ακούστηκαν φωνές ! Κάποιος περαστικός τους φώναζε! Ο
Νικολάκης έτρεξε μαζί με τον ξάδερφό του τον Σωτήρη και είδαν μια γυναίκα που
κρατούσε από το χέρι ένα κοριτσάκι. Και οι δυο φαινόντουσαν ταλαιπωρημένες. Τα
παιδιά κατάλαβαν ότι είχαν μεγάλη ανάγκη…
-Λίγο ψωμάκι παιδάκια μου! Για το παιδάκι μου!
Τα δυο ξαδερφάκια κοιτάχτηκαν και χωρίς να μιλήσουν έτρεξαν στο τραπέζι πήραν
το κολατσιό τους και το έδωσαν στην φτωχή γυναίκα.
-Περίμενε! Είπε ο Σωτήρης έχω και δυο καραμέλες στην τσέπη μου που μου έδωσε
ο παππούς!
Το κοριτσάκι πήρε με λαχτάρα στα χέρια του τις φετούλες κι άρχισε να τρώει. Η
γυναίκα έκανε τον σταυρό της, δόξασε τον Θεό και ευχαρίστησε τα παιδιά.
-Εντάξει παιδιά; Βλέπω το παιχνίδι άνοιξε την όρεξή σας! Είπε η μαμά μαζεύοντας
χαρούμενη τα πιάτα!
-Όλα ήταν πολύ νόστιμα! Είπαν με ένα στόμα τα δυο παιδιά και κοιτάχτηκαν
χαμογελώντας, γιατί ένιωθαν την καρδούλα τους γεμάτη με το δώρο που έκαναν στον
Χριστούλη!

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

-«Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή…» (Για τους μικρούς μας φίλους)











-Παππού, σήκωσέ με πιο ψηλά! Φωνάζει ο Νικολάκης, σηκώνοντας τη
γαλανόλευκη σημαία όσο πιο ψηλά μπορεί.
Ο παππούς χαμογελάει και δεν του χαλάει το χατίρι.
Η γαλανόλευκη σημαία λικνίζεται πέρα δώθε στα μικρά χεράκια του
εγγονού του, που γεμάτος περηφάνεια και καμάρι προσπαθεί έστω και λίγο
ν’ ακουμπήσει τον ουρανό. Να γίνει ένα με το γαλάζιο του ουρανού!
Γιατί εκεί επάνω φτάνει η τιμή και η δόξα της!
Ο παππούς τον κρατάει από το χεράκι και επιστρέφουν από την
εκκλησία στο σπίτι.
-Διπλή γιορτή σήμερα Νικολάκη μου! Γιορτάζει η Ορθοδοξία και η
Ελλάδα μας.
- Το ξέρω παππού! Μας το είπε και η κυρία στην τάξη! Γιορτάζουμε την Αγία
Σκέπη της Παναγίας μας και το «ΟΧΙ» που είπε ο Μεταξάς στους Ιταλούς.
-Μετά από το τελεσίγραφο, το τεράστιο ΟΧΙ που δώσαμε στους Ιταλούς,
όταν ζήτησαν να περάσουν ελεύθερα τα στρατεύματά τους μέσα από την
Ελλάδα, ξεκίνησε καλό μου παιδί, ο πόλεμος.
-Όμως παππού δεν ήταν μόνοι τους οι στρατιώτες στον πόλεμο! Κοντά
τους ήταν η Παναγία μας που τους προστάτευε και τους βοηθούσε στη
μάχη.
-Μπράβο, Νικολάκη μου, η Παναγία σκεπάζει όλον τον κόσμο και σκέπαζε
και τους στρατιώτες στον πόλεμο! Ήταν η υπέρμαχος στρατηγός, που
έδινε δύναμη στους στρατιώτες και πήγαινε πάντα μπροστά στη μάχη! Σ’
αυτήν κατέφευγαν ζητούσαν βοήθεια και προστασία! Και ήταν πάντα κοντά
τους στον αγώνα τους!
-Παππού, είναι πολύ μεγάλη γιορτή η σημερινή! Να πούμε τον Εθνικό
Ύμνο! Είπε ο Νικολάκης και πατώντας στις μύτες των ποδιών του σήκωσε
όσο πιο ψηλά μπορούσε την γαλανόλευκη σημαία!
-«Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή…»
Και τότε ο ήλιος έγειρε και φώτισε τον κατάλευκο σταυρό της. Αυτός ένωσε
και αγκάλιασε όλον τον κόσμο κι έφερε το μήνυμα της αγάπης και της
ειρήνη στις ψυχές των ανθρώπων.

Δημητριάδη Σταυρούλα, δασκάλα

-Μαμά, γιαγιά! Ελάτε να ανάψουμε το καντηλάκι... (Για τους μάκρους μας φίλους)












Ο Νικολάκης είδε τη γιαγιά του από μακριά κι έτρεξε να την αγκαλιάσει
αφήνοντας τη μανούλα του να κάθεται στο παγκάκι του κήπου.
-Γιαγιά! Φύτεψα σποράκια! Σε λίγο καιρό αν τα ποτίζω θα βγουν
λουλουδάκια! Θα δώσω στη μαμά και σε σένα!

-Μπράβο, καλό μου! Είπε η γιαγιά καθώς την τραβούσε με το χεράκι του
να της δείξει το μέρος που τους φύτεψε.
-Καλημέρα, κόρη μου! Είπε η γιαγιά του και αγκάλιασε τη μανούλα του
που είχε σηκωθεί και τους περίμενε!
Πω, πω ! Λεμόνια που έχει η λεμονιά σας! Ευλογημένη! Πλούσια τα ελέη
του Κυρίου! Είπε η γιαγιά και κάθισε δίπλα της.
Η φρεσκοψημένη τυρόπιτα που είχε φέρει μοσκοβολούσε κι ο
Νικολάκης που τρελαινόταν για την πίτα της γιαγιάς, την πιο νόστιμη του
κόσμου, κάθισε στο πεζουλάκι του κήπου και γεμάτος όρεξη την
απολάμβανε.
Κι αφού κυνήγησε τις πεταλουδίτσες και παρακολούθησε τα
μυρμηγκάκια που κουβαλούσαν την τροφή τους, έβγαλε από το κουτί τα
αυτοκινητάκια του κι άρχισε να παίζει.

Πότε πότε σήκωνε το κεφαλάκι του και κοιτούσε τη γιαγιά και τη μαμά
που μιλούσαν χαμηλόφωνα.
-Μόνο ένα θαύμα θα τον σώσει! Είναι άρρωστος πολλά χρόνια ο κυρ
Παντελής! Και τώρα χειροτέρεψε… Άκουσε τη γιαγιά του να λέει
λυπημένα.
Κατάλαβε ότι έλεγαν για τον κυρ Παντελή τον γείτονά τους! Αλήθεια
τώρα που το σκέφτεται έχει να τον δει πολύ καιρό! Και πόσο τον αγαπάει!
Πάντοτε χαμογελαστός, έχει τις τσέπες του γεμάτες καραμέλες και
καλούδια και τα μοιράζει σε όσα παιδιά περνούν από το μπαλκόνι του.
Κι ο Νικολάκης φρόντιζε να περνάει κάθε μέρα…
-Όλα είναι δυνατά για τον Θεό! Ας μην απελπιζόμαστε! Είπε η μαμά και
έκανε τον σταυρό της.

Ο Νικολάκης σταμάτησε το παιχνίδι του, σηκώθηκε σοβαρός και
κατευθύνθηκε προς το μικρό εκκλησάκι του κήπου τους.
-Μαμά, γιαγιά! Ελάτε να ανάψουμε το καντηλάκι και να κάνουμε μια
προσευχή για τον κυρ Παντελή! Να παρακαλέσουμε τον Χριστούλη να τον
κάνει καλά!
-Μπράβο, παιδί μου! Ο Χριστός είναι ο γιατρός των σωμάτων και
ψυχών μας! Είναι ο Κύριός μας και ο Θεός μας Νικολάκη μου, να μην το
ξεχνάς! Από Αυτόν παίρνουμε δύναμη, θάρρος κι ελπίδα!
-Γιαγιά, μου έχεις πει ότι ο Θεός ακούει όλες τις προσευχές μας όταν
γίνονται με πίστη κι αγάπη. Κι εγώ αγαπάω τον κυρ Παντελή και θέλω ο
Χριστούλης να τον κάνει καλά!
Ο Νικολάκης ένωσε τα χεράκια του κάτω από σαγονάκι του και άρχισε
λέει «Πάτερ ημών…» και ήταν σίγουρος ότι ο καλός του Πατέρας τον
άκουγε από ψηλά…

Δημητριάδη Σταυρούλα, δασκάλα

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

- Όταν θέλουμε να κάνουμε μόνο το καλό,... (Για τους μικρούς μας φιλους)













-Κοίτα τα χεράκια μου μαμά! Έχουν γεμίσει χώματα! Είπε ο Νικολάκης
αφήνοντας το φτυαράκι του πάνω στο πεζουλάκι που βρισκόταν δίπλα από το
παρτέρι.
- Στο ποτιστήρι έχει νεράκι! Ρίξε λίγο πάνω στους σπόρους που φύτεψες και
έλα να πλύνουμε τα χεράκια!
-Τους πότισα! Είπε ο Νικολάκης κι έτρεξε προς την πετρόχτιστη βρυσούλα
που βρισκόταν στην αυλή του κήπου τους. Την άνοιξε κι έβαλε τα χεράκια του
κάτω από το δροσερό νερό να ξεπλυθούν.
-Δεν μου αρέσει να είμαι λερωμένος! Θέλω να είμαι πεντακάθαρος! Είπε
κοιτάζοντας τη μανούλα του.
-Μπράβο, παιδί μου! Είναι τόσο ωραίο να έχουμε καθαρό το σώμα μας και
να το φροντίζουμε!
Αλλά και την ψυχή μας, την καρδούλα μας και το μυαλουδάκι μας να έχουμε
πεντακάθαρα!
-Δηλαδή μανούλα; Πώς γίνεται αυτό;
-Όταν αποφεύγουμε κάθε τι κακό που μας κρατάει μακριά από την αγάπη του
Χριστούλη!
Όταν θέλουμε να κάνουμε μόνο το καλό, συγχωρούμε, αγαπάμε,
νοιαζόμαστε τους άλλους!
Όταν πηγαίνουμε στην εκκλησία και κοινωνούμε τα Σώμα και το Αίμα του
Χριστούλη…
-Θέλω να είμαι πάντα κοντά Του! Η γιαγιά μου είπε πως το «Πάτερ ημών…»
είναι η προσευχή του Χριστούλη μας! Νικάει κάθε κακό, μου δίνει δύναμη και δε
θα φοβάμαι τίποτα αν την λέω!
-Έχεις δίκιο Νικολάκη! Ο Κύριός μας, μας το υποσχέθηκε ότι θα είναι κοντά
μας όλες τις ημέρες της ζωής μας! Αρκεί εμείς να τον καλούμε και να είμαστε
πεντακάθαροι και στην ψυχή και στο σώμα για να έρθει μέσα μας!
-Αυτό θέλω κι εγώ να είμαι καθαρός και γεμάτος Χριστούλη μανούλα !!!

Σταυρούλας Δημητριάδη, δασκάλας

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

-Και τι καρπούς βγάζει; (Μια διδακτική ιστοριούλα για παιδιά)











Οι σπόροι που βλαστάνουν!!!

Έπιασε με τα μικρά χεράκια το φτυαράκι του κι άρχισε να σκάβει το
αφράτο χώμα του κήπου. Η μανούλα του, τον κοιτούσε χαμογελώντας και
τον καμάρωνε!
-Λίγο ακόμη Νικολάκη μου! Του είπε και τον βοήθησε στην τελευταία
φτυαριά.
Ο Νικολάκης πήρε από το χέρι της ένα σπόρο, τον έβαλε στη μικρή
λακκουβίτσα κι έσπρωξε από πάνω λίγο χώμα για να κλείσει.
-Έτοιμο μανούλα! Κι από εδώ θα φυτρώσουν λουλουδάκια;
-Ναι, παιδί μου. Όμως από εδώ και πέρα εσύ είσαι υπεύθυνος για αυτό
το σποράκι που έβαλες!
-Και τι θα πρέπει να κάνω;
-Να τον προσέχεις, να τον ποτίζεις, να τον νοιάζεσαι και να τον
αγαπάς!
-Θα το κάνω! Είπε γεμάτος ενθουσιασμό.
Δεν θα αφήσω κανέναν να μου τον καταστρέψει, θα τον προσέχω και
θα τον ποτίζω! Και τα όμορφα λουλουδάκια που θα βγουν μανούλα μου, θα
σου τα χαρίσω!
-Μπράβο Νικολάκη μου! Ο σπόρος αυτός που εσύ φυτεύεις με τόση
αγάπη και φροντίδα μοιάζει με τον σπόρο που βάζει ο καλός μας
Χριστούλης στις καρδιές όλων των ανθρώπων!
-Όλων μαμά;
-Ναι όλων, γιατί όλους μας θέλει κοντά Του και μας αγαπά. Μας θέλει
όλους μαζί Του στον Παράδεισο! Όμως εμείς οι άνθρωποι ξεχνιόμαστε
από τις πολλές καθημερινές έγνοιες μας και τον ξεχνάμε.
-Και τι παθαίνει τότε
-Τότε στην καρδούλα μας δεν θα φυτρώσει, ούτε θα ανθίσει ο σπόρος
του Χριστούλη, ο Λόγος του Θεού, παιδί μου.
-Δηλαδή η αγάπη Του μανούλα;
-Ναι, καλό μου παιδί η αγάπη Του και η αλήθεια Του! Αν αυτόν τον
σπόρο δεν τον αγαπήσεις με όλη σου την ψυχή και την καρδιά, με όλη σου
τη δύναμη δεν θα γευτείς τους καρπούς του!
-Και τι καρπούς βγάζει;
-Τους πιο νόστιμους! Χαρά, αγάπη, ειρήνη, καλοσύνη!
-Μαμά, εγώ αυτό το σποράκι που φύτεψα θα το φροντίζω όμως θέλω
και τον σπόρο του Χριστούλη να φροντίζω…
-Τότε, έλα να σου πω μια ιστορία που έλεγε ο Χριστός στους
ανθρώπους για έναν καλό Σπορέα…
                                                                 Της Σταυρούλας Δημητριάδη, δασκάλας